Πώς τα παιδικά τραύματα «χαράζουν» τον εγκέφαλο και οδηγούν σε ψυχολογική αναπηρία
Έρευνα δείχνει ότι η βασική λειτουργία του εγκεφάλου μπορεί να εξηγεί πώς το παιδικό τραύμα οδηγεί σε αίσθηση ανικανότητας.
Η σχέση ανάμεσα στις τραυματικές εμπειρίες των παιδικών χρόνων και την αίσθηση αδυναμίας ή/και ανικανότητας ελέγχου που συχνά χαρακτηρίζει τους ενήλικες με διαταραχές διάθεσης φαίνεται πως έχει βαθύτερες νευρολογικές ρίζες. Πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Psychiatry Research: Neuroimaging αναφέρει ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος «σε κατάσταση ηρεμίας» ίσως αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τραυματικά βιώματα και την τάση να πιστεύει κάποιος ότι δεν μπορεί να επηρεάσει αρνητικές καταστάσεις στη ζωή του.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, άτομα που ζουν με κατάθλιψη ή διπολική διαταραχή συχνά κουβαλούν βαθιά ριζωμένες αρνητικές σκέψεις: μια σταθερή απαισιοδοξία, την πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν θα βελτιωθούν ή ότι οι ίδιοι δεν έχουν καμία πραγματική δύναμη να αλλάξουν την πορεία των γεγονότων. Αυτές οι νοητικές συνήθειες δεν σχετίζονται μόνο με την περίοδο έξαρσης των συμπτωμάτων· επιμένουν ακόμη κι όταν η διάθεση φαίνεται να σταθεροποιείται, υποδηλώνοντας ότι αποτελούν μέρος της βασικής «δομής» του ψυχισμού τους.
Όταν το παιδικό στρες αφήνει μόνιμο αποτύπωμα
Εδώ και χρόνια είναι γνωστό ότι τέτοια μοτίβα σκέψης εμφανίζονται συχνότερα σε ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει σε δύσκολα ή κακοποιητικά περιβάλλοντα. Η συναισθηματική παραμέληση, η βία, αλλά και σοβαρά προβλήματα στην οικογένεια αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών διάθεσης στην ενήλικη ζωή. Ωστόσο, πώς ακριβώς αυτές οι εμπειρίες χαράζονται στον εγκέφαλο και μετατρέπονται σε σταθερή αίσθηση ανημπόριας παρέμενε ασαφές.
Η ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο Vita-Salute San Raffaele στο Μιλάνο εξέτασε το ενδεχόμενο οι αλλαγές να μην αφορούν μόνο τον εγκέφαλο που «αντιδρά» σε ερεθίσματα, αλλά και τον εγκέφαλο που απλώς λειτουργεί στο παρασκήνιο. Μελετώντας τη δραστηριότητα του εγκεφάλου σε κατάσταση ανάπαυσης, προσπάθησαν να διαπιστώσουν αν τα παιδικά τραύματα αφήνουν μόνιμο αποτύπωμα σε αυτό το βασικό λειτουργικό επίπεδο και αν αυτές οι διαφοροποιήσεις συνδέονται με την τάση για αρνητικό τρόπο σκέψης.
Στη μελέτη ζητήθηκε να συνδράμουν 94 νοσηλευόμενοι με καταθλιπτικό επεισόδιο –είτε λόγω μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής είτε λόγω διπολικής διαταραχής– καθώς και 35 υγιείς συμμετέχοντες ως ομάδα σύγκρισης. Όλοι συμπλήρωσαν ένα αναλυτικό ερωτηματολόγιο για τα βιώματα παιδικής κακοποίησης και παραμέλησης, προκειμένου να καταγραφεί το είδος και η ένταση των αντιξοοτήτων που είχαν αντιμετωπίσει. Επιπλέον σε μέρος των ασθενών χορηγήθηκε και τεστ που αξιολογεί τον τρόπο που κάποιος ερμηνεύει τις αρνητικές εμπειρίες: αν πιστεύει πως τα δυσάρεστα γεγονότα θα συνεχιστούν στο μέλλον, αν αισθάνεται ότι δεν έχει κανέναν έλεγχο ή αν υποθέτει ότι τα αρνητικά αποτελέσματα θα επαναληφθούν.
Πώς ο εγκέφαλος σε κατάσταση ηρεμίας αποκαλύπτει το παρελθόν
Όλοι οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν και σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία την ώρα που ήταν ξαπλωμένοι με κλειστά μάτια. Από τις καταγραφές εξήχθη ένας δείκτης που αποτυπώνει την ένταση των αργών, αυθόρμητων νευρικών σημάτων σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου. Με αυτό τον τρόπο οι επιστήμονες μπορούσαν να «χαρτογραφήσουν» την εγκεφαλική δραστηριότητα χωρίς να απαιτείται κάποια νοητική εργασία.
Στη συνέχεια εφαρμόστηκε μια σύνθετη στατιστική μέθοδος προκειμένου να ανιχνευθούν συσχετισμοί ανάμεσα στις εμπειρίες παιδικής κακοποίησης και στα μοτίβα νευρικής δραστηριότητας. Στους ασθενείς με διαταραχές διάθεσης αναδύθηκε ένα ξεκάθαρο σχήμα: όσοι είχαν βιώσει εντονότερη συναισθηματική παραμέληση εμφάνιζαν αυξημένη δραστηριότητα σε περιοχές όπως ο βρεγματικός λοβός και ο οπίσθιος φλοιός του προσαγωγίου, ενώ παράλληλα παρατηρούνταν μειωμένη δραστηριότητα σε τμήματα του κροταφικού λοβού. Το μοτίβο αυτό δεν εμφανίστηκε στους υγιείς συμμετέχοντες.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η συγκεκριμένη «υπογραφή» του εγκεφάλου σχετιζόταν άμεσα με τον τρόπο σκέψης των ασθενών. Όσο πιο έντονη ήταν η διαφοροποίηση στη βασική εγκεφαλική λειτουργία, τόσο μεγαλύτερη ήταν η τάση τους να γενικεύουν αρνητικά γεγονότα και να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να διαχειριστούν δυσάρεστες καταστάσεις.
Γιατί η αίσθηση ανημπόριας δεν είναι απλώς θέμα ψυχολογίας
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν αν η εγκεφαλική αυτή δραστηριότητα λειτουργεί ως ενδιάμεσος παράγοντας, διαπίστωσαν ότι πράγματι εξηγεί πλήρως τη σύνδεση ανάμεσα στις δύσκολες παιδικές εμπειρίες και την αίσθηση ανημπόριας στην ενήλικη ζωή. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος φαίνεται να κρατάει ένα «αποτύπωμα» των πρώιμων τραυμάτων, το οποίο επηρεάζει τον τρόπο που κάποιος αντιλαμβάνεται τον έλεγχο των γεγονότων πολύ αργότερα.
Αν και η έρευνα δεν μπορεί να αποδείξει αιτιότητα, φωτίζει έναν πιθανό μηχανισμό μέσω του οποίου το παιδικό στρες ενσωματώνεται στη λειτουργία του εγκεφάλου. Μελλοντικές μελέτες με μεγαλύτερα δείγματα και περισσότερους βιολογικούς δείκτες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην κατανόηση του πώς το πρώιμο τραύμα διαμορφώνει την εγκεφαλική αρχιτεκτονική και, κατ’ επέκταση, τις γνωσιακές δυσκολίες των ενηλίκων.